ανοιγοκλειόμενος
•
- που ανοιγοκλείνει, μπορεί να ανοίγει και να κλείνει Βικιλεξικό
- ανοιγοκλυόμενες πόρτες, τέντες, σκεπές, ανοιγοκλειόμενο τραπέζι
Ετυμολογία
ανοιγοκλειόμενος < ανοίγ(ω) + -ο- + κλειόμενος, μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος κλείω (κλείνω) → δείτε τη λέξη ανοιγοκλείνω
Άλλοι τύποι
ανοιγοκλειόμεναανοιγοκλειόμενεανοιγοκλειόμενεςανοιγοκλειόμενηανοιγοκλειόμενηςανοιγοκλειόμενοανοιγοκλειόμενοιανοιγοκλειόμενοςανοιγοκλειόμενουανοιγοκλειόμενουςανοιγοκλειόμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →