Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανοικονόμητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. προφορικόατακτοποίητος, αβόλευτος Βικιλεξικό
    • Κοντή, νευρώδης καί μελαχρινή, μέ γαμψή μύτη, ἔκφυλο στόμα μέ ἀνοικονόμητες χειλάρες καί πράσινα γλαρά μάτια (Χρήστος Α. Χωμενίδης, Το σοφό παιδί. Μυθιστόρημα, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1993, σελ. 55)
  2. μεταφορικάενοχλητικός, δύστροπος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανοικονόμητος < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική οἰκονομέω / οἰκονομῶ < οἶκος + νέμω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανοικονόμητοςανοικονόμητηανοικονόμητο
Γενικήανοικονόμητουανοικονόμητηςανοικονόμητου
Αιτιατικήανοικονόμητοανοικονόμητηανοικονόμητο
Κλητικήανοικονόμητεανοικονόμητηανοικονόμητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανοικονόμητοιανοικονόμητεςανοικονόμητα
Γενικήανοικονόμητωνανοικονόμητωνανοικονόμητων
Αιτιατικήανοικονόμητουςανοικονόμητεςανοικονόμητα
Κλητικήανοικονόμητοιανοικονόμητεςανοικονόμητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →