ανοικτή πώληση
•
- είναι μιά τακτική καιρδοσκοπικού χαρακτήρα με την οποία ένα άτομο δανείζεται από ένα δεύτερο κάποια περιουσιακά στοιχεία και το πρώτο τα πουλάει στην ανοικτή αγορά ή σε κάποιον τρίτο· κατόπιν αφού βεβαιωθεί πως η αξία των ιδίων περιουσιακών στοιχείων έχει πέσει, τα αγοράζει και τα επιστρέφει στο δανειστή του έχωντας αποκομίσει κέρδος Βικιλεξικό
- ένας ριψοκίνδυνος επενδυτής μόλις αντιληφθεί μιά υπερτιμημένη μετοχή θα την πουλήσει ανοιχτά ρισκάρωντας να μη βρει αγοραστή
- συμβαίνει όταν πουλάς ακριβά και αγοράζεις φτηνά δανεικά αντικείμενα, που δε σου ανήκει η κατοχή αλλά η προσωρινή επικαρπία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανοικτή πώληση < ανοικτός + πώληση
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →