Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανοιξιάτικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται ή γίνεται την άνοιξη Βικιλεξικό
    • Καμμιά παχνιδιάρα στροφή, κανένας σκιερός τόπος, πουθενά ένα ρυάκι. Η καλοκαιρινή Μεσαορία είναι σα μια μαντάρα, μια στέγνα, μια αποψιλωμένη έκταση χωρίς χαρές. Σαν ένας τάφος που κρύβει μέσα του τη δύναμη της ανοιξιάτικης προσμονής της ανάστασης. (Φιλολογική Κύπρος, Ελληνικός Πνευματικός Όμιλος Κύπρου, 1967, σελ. 116)

Ετυμολογία

ανοιξιάτικος < άνοιξη

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανοιξιάτικοςανοιξιάτικηανοιξιάτικο
Γενικήανοιξιάτικουανοιξιάτικηςανοιξιάτικου
Αιτιατικήανοιξιάτικοανοιξιάτικηανοιξιάτικο
Κλητικήανοιξιάτικεανοιξιάτικηανοιξιάτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανοιξιάτικοιανοιξιάτικεςανοιξιάτικα
Γενικήανοιξιάτικωνανοιξιάτικωνανοιξιάτικων
Αιτιατικήανοιξιάτικουςανοιξιάτικεςανοιξιάτικα
Κλητικήανοιξιάτικοιανοιξιάτικεςανοιξιάτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →