ανοιχτά
•
- χωρίς κλείσιμο Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηξεκλείδωτα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασημακριά Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςστο πέλαγος Βικιλεξικό
- μεταφορικάαπερίφραστα, ειλικρινά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανοιχτά < ανοιχτός + -ά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →