ανοιχτομάτης
•
- μεταφορικάπου έχει τα μάτια του ανοιχτά, που δεν του ξεφεύγει τίποτε, δεν ξεγελιέται, ο ξύπνιος, ενίοτε με αρνητική σημασία Βικιλεξικό
- κάποιοι ανοιχτομάτηδες τον εξαπάτησαν
- ο δραστήριος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανοιχτομάτης < ανοιχτ(ός) + -ο- + -μάτης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανοιχτομάτης | ανοιχτομάτα | ανοιχτομάτικο / ανοιχτομάτο |
| Γενική | ανοιχτομάτη | ανοιχτομάτας | ανοιχτομάτικου |
| Αιτιατική | ανοιχτομάτη | ανοιχτομάτα | ανοιχτομάτικο |
| Κλητική | ανοιχτομάτη | ανοιχτομάτα | ανοιχτομάτικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανοιχτομάτηδες | ανοιχτομάτες | ανοιχτομάτικα |
| Γενική | ανοιχτομάτηδων | — | ανοιχτομάτικων |
| Αιτιατική | ανοιχτομάτηδες | ανοιχτομάτες | ανοιχτομάτικα |
| Κλητική | ανοιχτομάτηδες | ανοιχτομάτες | ανοιχτομάτικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →