Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανοιχτομάτης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. μεταφορικάπου έχει τα μάτια του ανοιχτά, που δεν του ξεφεύγει τίποτε, δεν ξεγελιέται, ο ξύπνιος, ενίοτε με αρνητική σημασία Βικιλεξικό
    • κάποιοι ανοιχτομάτηδες τον εξαπάτησαν
  2. ο δραστήριος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανοιχτομάτης < ανοιχτ(ός) + -ο- + -μάτης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανοιχτομάτηςανοιχτομάταανοιχτομάτικο / ανοιχτομάτο
Γενικήανοιχτομάτηανοιχτομάταςανοιχτομάτικου
Αιτιατικήανοιχτομάτηανοιχτομάταανοιχτομάτικο
Κλητικήανοιχτομάτηανοιχτομάταανοιχτομάτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανοιχτομάτηδεςανοιχτομάτεςανοιχτομάτικα
Γενικήανοιχτομάτηδων—ανοιχτομάτικων
Αιτιατικήανοιχτομάτηδεςανοιχτομάτεςανοιχτομάτικα
Κλητικήανοιχτομάτηδεςανοιχτομάτεςανοιχτομάτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →