Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανοιχτοσύνη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λογοτεχνικόη ιδιότητα του ανοιχτού, ο ανοιχτός χώρος Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: ανοιχτωσιά
  2. μεταφορικάδιάθεση αποδοχής του διαφορετικού και ελευθερίας στην έκφραση, που ευνοεί τη συνεννόηση, τη γενναιοδωρία και την πνευματική ευρύτητα Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηαιθρία, καλοκαιρία Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάειλικρίνεια Βικιλεξικό
  5. μεταφορικάαπλοχεριά, γενναιοδωρία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανοιχτοσύνη < ανοιχτός + -οσύνη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανοιχτοσύνηανοιχτοσύνες
Γενικήανοιχτοσύνηςανοιχτοσυνών
Αιτιατικήανοιχτοσύνηανοιχτοσύνες
Κλητικήανοιχτοσύνηανοιχτοσύνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →