ανοιχτοσύνη
•
- λογοτεχνικόη ιδιότητα του ανοιχτού, ο ανοιχτός χώρος Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: ανοιχτωσιά
- μεταφορικάδιάθεση αποδοχής του διαφορετικού και ελευθερίας στην έκφραση, που ευνοεί τη συνεννόηση, τη γενναιοδωρία και την πνευματική ευρύτητα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηαιθρία, καλοκαιρία Βικιλεξικό
- μεταφορικάειλικρίνεια Βικιλεξικό
- μεταφορικάαπλοχεριά, γενναιοδωρία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανοιχτοσύνη < ανοιχτός + -οσύνη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανοιχτοσύνη | ανοιχτοσύνες |
| Γενική | ανοιχτοσύνης | ανοιχτοσυνών |
| Αιτιατική | ανοιχτοσύνη | ανοιχτοσύνες |
| Κλητική | ανοιχτοσύνη | ανοιχτοσύνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →