ανοιχτωσιά
•
- λαϊκότροποχώρος ή τόπος που είναι ανοιχτός, που έχει άπλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανοιχτωσιά < ανοιχτός + -ωσιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανοιχτωσιά | ανοιχτωσιές |
| Γενική | ανοιχτωσιάς | ανοιχτωσιών |
| Αιτιατική | ανοιχτωσιά | ανοιχτωσιές |
| Κλητική | ανοιχτωσιά | ανοιχτωσιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →