ανομοιογένεια
•
- το να είναι κάποιος ανομοιογενής, η ιδιότητα του ανομοιογενούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανομοιογένεια < αν- + ομοιογένεια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανομοιογένεια | ανομοιογένειες |
| Γενική | ανομοιογένειας | ανομοιογενειών |
| Αιτιατική | ανομοιογένεια | ανομοιογένειες |
| Κλητική | ανομοιογένεια | ανομοιογένειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →