Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανοξείδωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που δεν οξειδώνεται, δεν σκουριάζει Βικιλεξικό
    • Το διάζωμα εξασφαλίστηκε από ολίσθηση με έξι αγκύρια διαμέτρου 20 χιλ . από ανοξείδωτο χάλυβα, τα οποία πακτώθηκαν στο έδαφος και εγκιβωτίστηκαν στο σκυρόδεμα. (Το αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και Θράκη τόμος 13, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 1999, σελ. 559)
  2. συνεκδοχικάο γαλβανισμένος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανοξείδωτος < α- (στερητικό) + οξείδωση

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανοξείδωτοςανοξείδωτηανοξείδωτο
Γενικήανοξείδωτουανοξείδωτηςανοξείδωτου
Αιτιατικήανοξείδωτοανοξείδωτηανοξείδωτο
Κλητικήανοξείδωτεανοξείδωτηανοξείδωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανοξείδωτοιανοξείδωτεςανοξείδωτα
Γενικήανοξείδωτωνανοξείδωτωνανοξείδωτων
Αιτιατικήανοξείδωτουςανοξείδωτεςανοξείδωτα
Κλητικήανοξείδωτοιανοξείδωτεςανοξείδωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →