Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανορθογράφητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι γραμμένος ανορθόγραφα Βικιλεξικό
  2. που κάνει ορθογραφικά λάθη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανορθογράφητος < ανορθογραφώ + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανορθογράφητοςανορθογράφητηανορθογράφητο
Γενικήανορθογράφητουανορθογράφητηςανορθογράφητου
Αιτιατικήανορθογράφητοανορθογράφητηανορθογράφητο
Κλητικήανορθογράφητεανορθογράφητηανορθογράφητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανορθογράφητοιανορθογράφητεςανορθογράφητα
Γενικήανορθογράφητωνανορθογράφητωνανορθογράφητων
Αιτιατικήανορθογράφητουςανορθογράφητεςανορθογράφητα
Κλητικήανορθογράφητοιανορθογράφητεςανορθογράφητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →