Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανορθοδοξία

/a.noɾ.θo.ðoˈksi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να είναι κάποιος ανορθόδοξος, η ιδιότητα του ανορθόδοξου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανορθοδοξία < ανορθόδοξ(ος) + -ία, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική unorthodoxy. Μορφολογικά αναλύεται σε αν- στερητικό + ορθοδοξία.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανορθοδοξίαανορθοδοξίες
Γενικήανορθοδοξίαςανορθοδοξιών
Αιτιατικήανορθοδοξίαανορθοδοξίες
Κλητικήανορθοδοξίαανορθοδοξίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →