ανορθοδοξία
•
- το να είναι κάποιος ανορθόδοξος, η ιδιότητα του ανορθόδοξου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανορθοδοξία < ανορθόδοξ(ος) + -ία, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική unorthodoxy. Μορφολογικά αναλύεται σε αν- στερητικό + ορθοδοξία.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανορθοδοξία | ανορθοδοξίες |
| Γενική | ανορθοδοξίας | ανορθοδοξιών |
| Αιτιατική | ανορθοδοξία | ανορθοδοξίες |
| Κλητική | ανορθοδοξία | ανορθοδοξίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →