Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανοσοβιολογικός

/a.no.so.vi.o.lo.ʝiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. βιολογίαπου έχει σχέση με την ανοσοβιολογία ή αναφέρεται σ' αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανοσοβιολογικός < ανοσοβιολογ(ία) + -ικός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική immunobiological

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανοσοβιολογικόςανοσοβιολογικήανοσοβιολογικό
Γενικήανοσοβιολογικούανοσοβιολογικήςανοσοβιολογικού
Αιτιατικήανοσοβιολογικόανοσοβιολογικήανοσοβιολογικό
Κλητικήανοσοβιολογικέανοσοβιολογικήανοσοβιολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανοσοβιολογικοίανοσοβιολογικέςανοσοβιολογικά
Γενικήανοσοβιολογικώνανοσοβιολογικώνανοσοβιολογικών
Αιτιατικήανοσοβιολογικούςανοσοβιολογικέςανοσοβιολογικά
Κλητικήανοσοβιολογικοίανοσοβιολογικέςανοσοβιολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →