ανοσοβιολογικός
•
- βιολογίαπου έχει σχέση με την ανοσοβιολογία ή αναφέρεται σ' αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανοσοβιολογικός < ανοσοβιολογ(ία) + -ικός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική immunobiological
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανοσοβιολογικός | ανοσοβιολογική | ανοσοβιολογικό |
| Γενική | ανοσοβιολογικού | ανοσοβιολογικής | ανοσοβιολογικού |
| Αιτιατική | ανοσοβιολογικό | ανοσοβιολογική | ανοσοβιολογικό |
| Κλητική | ανοσοβιολογικέ | ανοσοβιολογική | ανοσοβιολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανοσοβιολογικοί | ανοσοβιολογικές | ανοσοβιολογικά |
| Γενική | ανοσοβιολογικών | ανοσοβιολογικών | ανοσοβιολογικών |
| Αιτιατική | ανοσοβιολογικούς | ανοσοβιολογικές | ανοσοβιολογικά |
| Κλητική | ανοσοβιολογικοί | ανοσοβιολογικές | ανοσοβιολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →