ανοσοκατεσταλμένος
•
- που παρουσιάζει καταστολή ή ανοσοανεπάρκεια (ανεπάρκεια του ανοσοποιητικού του συστήματος) είτε λόγω πάθησης είτε αξαιτίας λήψης ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανοσοκατεσταλμένος < ανοσοκαταστολή
Άλλοι τύποι
ανοσοκατεσταλμέναανοσοκατεσταλμένεανοσοκατεσταλμένεςανοσοκατεσταλμένηανοσοκατεσταλμένηςανοσοκατεσταλμένοανοσοκατεσταλμένοιανοσοκατεσταλμένοςανοσοκατεσταλμένουανοσοκατεσταλμένουςανοσοκατεσταλμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →