Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανοσολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ανοσολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανοσολογικός < ανοσολογία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανοσολογικόςανοσολογικήανοσολογικό
Γενικήανοσολογικούανοσολογικήςανοσολογικού
Αιτιατικήανοσολογικόανοσολογικήανοσολογικό
Κλητικήανοσολογικέανοσολογικήανοσολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανοσολογικοίανοσολογικέςανοσολογικά
Γενικήανοσολογικώνανοσολογικώνανοσολογικών
Αιτιατικήανοσολογικούςανοσολογικέςανοσολογικά
Κλητικήανοσολογικοίανοσολογικέςανοσολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →