ανοσοχημικός
•
- ιατρικήπου έχει σχέση με την ανοσοχημεία ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανοσοχημικός < ανοσοχημεία + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική immunochemical ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική immunochimique)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανοσοχημικός | ανοσοχημική | ανοσοχημικό |
| Γενική | ανοσοχημικού | ανοσοχημικής | ανοσοχημικού |
| Αιτιατική | ανοσοχημικό | ανοσοχημική | ανοσοχημικό |
| Κλητική | ανοσοχημικέ | ανοσοχημική | ανοσοχημικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανοσοχημικοί | ανοσοχημικές | ανοσοχημικά |
| Γενική | ανοσοχημικών | ανοσοχημικών | ανοσοχημικών |
| Αιτιατική | ανοσοχημικούς | ανοσοχημικές | ανοσοχημικά |
| Κλητική | ανοσοχημικοί | ανοσοχημικές | ανοσοχημικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →