ανοσφρησία
•
- ιατρικήσυνώνυμο του ανοσμία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανοσφρησία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική anosphresia (& anosrphasia) < an- αρχαία ελληνική ἀν- (στερητικό) + osphr- < ὄσφρησις, ὀσφρήσε(ως)^((δείτε και olfactory)) + -ia < -ία. Δείτε και το αρχαίο ἀνόσφρητον. Αναλύεται σε αν- (στερητικό α-) + όσφρησ(η) + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανοσφρησία | ανοσφρησίες |
| Γενική | ανοσφρησίας | ανοσφρησιών |
| Αιτιατική | ανοσφρησία | ανοσφρησίες |
| Κλητική | ανοσφρησία | ανοσφρησίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →