Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανουρία

/a.nuˈɾi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πάθησηη δυσκολία ή η αδυναμία ούρησης Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: αουρία
    • παλιότερη γραφή: ἀνουρία

Ετυμολογία

ανουρία < λόγιο ενδογενές δάνειο: λόγιο δάνειο από τη γαλλική anurie ή την αγγλική anuria < αρχαία ελληνική οὖρον. Μορφολογικά αναλύεται σε αν- στερητικό με νι για την αποφυγή χασμωδίας + -ουρία.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανουρίαανουρίες
Γενικήανουρίαςανουριών
Αιτιατικήανουρίαανουρίες
Κλητικήανουρίαανουρίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →