Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανούσιος

/aˈnu.si.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. χωρίς ουσία, νόημα Βικιλεξικό
    • ανούσια λόγια ≈ αερολογίες, λόγια του αέρα
  2. σπάνιοάνοστος Βικιλεξικό
    • άνοστο γεύμα/φαγητό

Ετυμολογία

ανούσιος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνούσιος (χωρίς ουσία, ύπαρξη), σημασιολογικό δάνειο από το λαϊκό άνοστος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανούσιοςανούσιαανούσιο
Γενικήανούσιουανούσιαςανούσιου
Αιτιατικήανούσιοανούσιαανούσιο
Κλητικήανούσιεανούσιαανούσιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανούσιοιανούσιεςανούσια
Γενικήανούσιωνανούσιωνανούσιων
Αιτιατικήανούσιουςανούσιεςανούσια
Κλητικήανούσιοιανούσιεςανούσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →