αντάρα
•
- η ομίχλη, η θολούρα Βικιλεξικό
- φασαρία, θόρυβος Βικιλεξικό
- Σαν πέσανε οι κουρσάροι απάνου στην κουβέρτα μ' αλλαλαγμό κι αντάρα πολλή, οι χατζήδες κατεβήκανε στ' αμπάρι και σφαλιστήκανε. (Φώτης Κόντογλου Ο κουρσάρος Άβερης, ο λεγόμενος Μπεν [διήγημα])
Ετυμολογία
αντάρα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντάρα | αντάρες |
| Γενική | αντάρας | — |
| Αιτιατική | αντάρα | αντάρες |
| Κλητική | αντάρα | αντάρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →