Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντάρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ομίχλη, η θολούρα Βικιλεξικό
  2. φασαρία, θόρυβος Βικιλεξικό
    • Σαν πέσανε οι κουρσάροι απάνου στην κουβέρτα μ' αλλαλαγμό κι αντάρα πολλή, οι χατζήδες κατεβήκανε στ' αμπάρι και σφαλιστήκανε. (Φώτης Κόντογλου Ο κουρσάρος Άβερης, ο λεγόμενος Μπεν [διήγημα])

Ετυμολογία

αντάρα < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαντάρααντάρες
Γενικήαντάρας—
Αιτιατικήαντάρααντάρες
Κλητικήαντάρααντάρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →