αντάρτικος
•
- που έχει σχέση με τους αντάρτες, ανήκει σ’ αυτούς ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντάρτικος < αντάρτης + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντάρτικος | αντάρτικη | αντάρτικο |
| Γενική | αντάρτικου | αντάρτικης | αντάρτικου |
| Αιτιατική | αντάρτικο | αντάρτικη | αντάρτικο |
| Κλητική | αντάρτικε | αντάρτικη | αντάρτικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντάρτικοι | αντάρτικες | αντάρτικα |
| Γενική | αντάρτικων | αντάρτικων | αντάρτικων |
| Αιτιατική | αντάρτικους | αντάρτικες | αντάρτικα |
| Κλητική | αντάρτικοι | αντάρτικες | αντάρτικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →