αντέγκληση
•
- συνήθως στον πληθυντικόη λογομαχία, ο διαξιφισμός, η αλληλοκατηγορία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντέγκληση < αντεγκαλώ (αντί-εγκαλώ)}
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντέγκληση | αντεγκλήσεις |
| Γενική | αντέγκλησης | αντεγκλήσεων |
| Αιτιατική | αντέγκληση | αντεγκλήσεις |
| Κλητική | αντέγκληση | αντεγκλήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →