αντένα
•
- η κεραία (όπως τηλεόρασης, ραντάρ, ασυρμάτου, ραδιοφώνου) Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςτα οριζόντια ξύλα απ' τα οποία κρέμονται τα πανιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντένα : για τον ναυτικό όρο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική αντένα < ιταλική antenna < λατινική antenna : για την κεραία < (άμεσο δάνειο) γαλλική antenne
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντένα | αντένες |
| Γενική | αντένας | αντενών |
| Αιτιατική | αντένα | αντένες |
| Κλητική | αντένα | αντένες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →