Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντέξοδος

/anˈde.kso.ðos/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η επίθεση αντιπάλου με εξόρμηση Βικιλεξικό
  2. αντεπίθεση από οχυρό ή φρούριο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντέξοδος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀντέξοδος. Συγχρονικά αναλύεται σε αντ- + έξοδος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαντέξοδοςαντέξοδοι / αντέξοδοι αντέξοδες
Γενικήαντεξόδουαντεξόδων
Αιτιατικήαντέξοδοαντεξόδους / αντεξόδους αντέξοδες
Κλητικήαντέξοδε / αντέξοδε αντέξοδοαντέξοδοι / αντέξοδοι αντέξοδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →