Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντίδι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λαχανικόείδος φαγώσιμου χόρτου που μοιάζει με το ραδίκι (επιστημονική ονομασία κιχώριον το αντίδιον και Cichorium endivia) κοιν. πικραλίδα, πικρομάρουλο. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντίδι < όψιμη μεσαιωνική ελληνική< μεσαιωνική ελληνική εντύβιον, υποκ. του έντυβον και ίντυβον< λατ. intibus.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαντίδιαντίδια
Γενικήαντιδιούαντιδιών
Αιτιατικήαντίδιαντίδια
Κλητικήαντίδιαντίδια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →