αντίδοτο
•
- ιατρικήουσία ή φάρμακο που εξουδετερώνει τη βλαπτικότητα άλλης ουσίας, φαρμάκου ή δηλητηρίου Βικιλεξικό
- μεταφορικάοτιδήποτε εξουδτερώνει κάτι δυσάρεστο ή ανεπιθύμητο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντίδοτο < (ελληνιστική κοινή), ουδέτερο του ἀντίδοτος < αρχαία ελληνική ἀντιδίδωμι < ἀντί + δίδωμι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντίδοτο | αντίδοτα |
| Γενική | αντίδοτου / αντιδότου | αντίδοτων / αντιδότων |
| Αιτιατική | αντίδοτο | αντίδοτα |
| Κλητική | αντίδοτο | αντίδοτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →