αντίθεος
•
- ασεβής, άθεος Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοσατανάς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντίθεος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀντίθεος < αρχαία ελληνική σημασία: ίσος με θεό. Συγχρονικά αναλύεται σε αντί- + θεός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντίθεος | αντίθεη | αντίθεο |
| Γενική | αντίθεου | αντίθεης | αντίθεου |
| Αιτιατική | αντίθεο | αντίθεη | αντίθεο |
| Κλητική | αντίθεε | αντίθεη | αντίθεο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντίθεοι | αντίθεες | αντίθεα |
| Γενική | αντίθεων | αντίθεων | αντίθεων |
| Αιτιατική | αντίθεους | αντίθεες | αντίθεα |
| Κλητική | αντίθεοι | αντίθεες | αντίθεα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →