Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντίθεος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ασεβής, άθεος Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοσατανάς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντίθεος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀντίθεος < αρχαία ελληνική σημασία: ίσος με θεό. Συγχρονικά αναλύεται σε αντί- + θεός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντίθεοςαντίθεηαντίθεο
Γενικήαντίθεουαντίθεηςαντίθεου
Αιτιατικήαντίθεοαντίθεηαντίθεο
Κλητικήαντίθεεαντίθεηαντίθεο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντίθεοιαντίθεεςαντίθεα
Γενικήαντίθεωναντίθεωναντίθεων
Αιτιατικήαντίθεουςαντίθεεςαντίθεα
Κλητικήαντίθεοιαντίθεεςαντίθεα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →