αντίθεση
•
- η θέση τινός έναντι ή απέναντι άλλου Βικιλεξικό
- η εναντίωση, η διαφωνία Βικιλεξικό
- η φωτεινή αντίθεση: η διαφορά ισχύος ενός χρώματος Βικιλεξικό
- αστρονομίαη σχετική θέση δύο ουράνιων σωμάτων, όταν αυτά απέχουν μεταξύ τους 180°, όπως φαίνεται από τη Γη Βικιλεξικό
- σχήμα λόγουσχήμα λόγου που χρησιμοποιείται για να εκφράσει μια έντονη διαφορά μεταξύ δύο αντιτιθέμενων λέξεων, φράσεων ή εννοιών Βικιλεξικό
- φιλοσοφίαθέση που είναι αντίθετη / αντιτίθεται σε μια άλλη θέση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντίθεση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀντίθε(σις) + -ση < → δείτε τη λέξη τίθημι. Μορφολογικά αναλύεται σε αντί- + θέση. :* για τον φιλοσοφικό όρο < σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική Antithese
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντίθεση | αντιθέσεις |
| Γενική | αντίθεσης | αντιθέσεων |
| Αιτιατική | αντίθεση | αντιθέσεις |
| Κλητική | αντίθεση | αντιθέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →