αντίκλητος
•
- νομικός όροςπληρεξούσιος που έχει εξουσιοδοτηθεί να εκπροσωπεί ή να αναπληρώνει κάποιον σε νομικές υποθέσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντίκλητος < αντί- + κλητός < αρχαία ελληνική κλητός < καλέω / καλῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντίκλητος | αντίκλητοι |
| Γενική | αντίκλητου / αντικλήτου | αντίκλητων / αντικλήτων |
| Αιτιατική | αντίκλητο | αντίκλητους / αντικλήτους |
| Κλητική | αντίκλητε | αντίκλητοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →