αντίκρισμα
•
- το να αντικρίζει / βλέπει κάποιος κάτι Βικιλεξικό
- οικονομίαχρηματικό ποσό που έχει κατατεθεί σε τράπεζα, το οποίο επιτρέπει στον καταθέτη να εκτελεί διάφορες οικονομικές πράξεις Βικιλεξικό
- μεταφορικάη ισχύς, το αποτέλεσμα Βικιλεξικό
- μηχανισμόςμεταλλική βάση κλειδαριάς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντίκρισμα < (αντικρίζω) αντικρισ- + -μα (για τον όρο της οικονομίας < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική sans provision, à vue )
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντίκρισμα | αντικρίσματα |
| Γενική | αντικρίσματος | αντικρισμάτων |
| Αιτιατική | αντίκρισμα | αντικρίσματα |
| Κλητική | αντίκρισμα | αντικρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →