Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντίληψη

/anˈdi.li.psi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να αντιλαμβάνεται κανείς κάτι, να το καταλαβαίνει (με τη λογική ή τις αισθήσεις) Βικιλεξικό
    • Η ξυλοναυπηγική (ή παραδοσιακή ναυπηγική) είναι η χειροτεχνική κατασκευή σκάφους από φυσική ξυλεία (σύλληψη, σχεδίαση, κατασκευή, εξοπλισμός, διακόσμηση), καθώς και οι πολιτισμικές πρακτικές και αντιλήψεις που την πλαισιώνουν.
  2. η ικανότητα ή η δυνατότητα κατανόησης και μάθησης Βικιλεξικό
  3. η γνώμη Βικιλεξικό
    • Χρειάστηκε να παλέψει με τις πρωτόγονες αντιλήψεις των κρατούντων κάθε μορφής, τη δαιμονοκρατία, τις προκαταλήψεις, την άγνοια, τη μαγεία, το σκοταδισμό, τον θρησκευτικό φανατισμό. (Βιογραφία: Μελάμπους (Άργος 1400 Π.Χ.) | Ένας Ιατρομάντης ψυχοθεραπευτής, psychologynow.gr, 1/2/2018 https://www.psychologynow.gr/istoria-psyxologias/viografies/melampous-argos-1400-p-x-enas-iatromantis-psyxotherapeftis/)
  4. η βοήθεια, η προστασία, η πρόνοια Βικιλεξικό
  5. στον πληθυντικόαντιλήψεις: οι ιδέες, οι απόψεις, η νοοτροπία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντίληψη < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἀντιλαμβάνομαι < ἀντί + λαμβάνω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαντίληψηαντιλήψεις
Γενικήαντίληψηςαντιλήψεων
Αιτιατικήαντίληψηαντιλήψεις
Κλητικήαντίληψηαντιλήψεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →