αντίληψη
•
- το να αντιλαμβάνεται κανείς κάτι, να το καταλαβαίνει (με τη λογική ή τις αισθήσεις) Βικιλεξικό
- Η ξυλοναυπηγική (ή παραδοσιακή ναυπηγική) είναι η χειροτεχνική κατασκευή σκάφους από φυσική ξυλεία (σύλληψη, σχεδίαση, κατασκευή, εξοπλισμός, διακόσμηση), καθώς και οι πολιτισμικές πρακτικές και αντιλήψεις που την πλαισιώνουν.
- η ικανότητα ή η δυνατότητα κατανόησης και μάθησης Βικιλεξικό
- η γνώμη Βικιλεξικό
- Χρειάστηκε να παλέψει με τις πρωτόγονες αντιλήψεις των κρατούντων κάθε μορφής, τη δαιμονοκρατία, τις προκαταλήψεις, την άγνοια, τη μαγεία, το σκοταδισμό, τον θρησκευτικό φανατισμό. (Βιογραφία: Μελάμπους (Άργος 1400 Π.Χ.) | Ένας Ιατρομάντης ψυχοθεραπευτής, psychologynow.gr, 1/2/2018 https://www.psychologynow.gr/istoria-psyxologias/viografies/melampous-argos-1400-p-x-enas-iatromantis-psyxotherapeftis/)
- η βοήθεια, η προστασία, η πρόνοια Βικιλεξικό
- στον πληθυντικόαντιλήψεις: οι ιδέες, οι απόψεις, η νοοτροπία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντίληψη < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἀντιλαμβάνομαι < ἀντί + λαμβάνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντίληψη | αντιλήψεις |
| Γενική | αντίληψης | αντιλήψεων |
| Αιτιατική | αντίληψη | αντιλήψεις |
| Κλητική | αντίληψη | αντιλήψεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →