αντίλογος
•
- η απάντηση Βικιλεξικό
- η αντίρρηση, η διαφωνία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντίλογος < αρχαία ελληνική ἀντίλογος < ἀντιλέγω < ἀντί + λέγω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *leǵ- (συλλέγω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντίλογος | αντίλογοι |
| Γενική | αντίλογου | αντίλογων |
| Αιτιατική | αντίλογο | αντίλογους |
| Κλητική | αντίλογε | αντίλογοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →