Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντίποδας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που βρίσκεται σε εκ διαμέτρου αντίθετη κατάσταση ή θέση σε σχέση με ένα νοητό ή πραγματικό χώρισμα Βικιλεξικό
    • στον αντίποδα του Πηλίου βρίσκεται το βουνό της Όθρυος
    • Στον αντίποδα του αεικίνητου Βερολίνου, η παλιά πρωτεύουσα της Γερμανίας, η Βόννη, μάλλον «ξεκουράζεται». Απαλλαγμένη πια από τη φασαρία του διοικητικού κέντρου -παρά το γεγονός πως κάποια υπουργεία παραμένουν εκεί- η πόλη του Μπετόβεν προσφέρεται για χαλαρούς περιπάτους στο πλακόστρωτο κέντρο με τους γοτθικούς ναούς και τις ευρύχωρες πλατείες.

Ετυμολογία

αντίποδας < αρχαία ελληνική ἀντίπους < ἀντι- + πούς

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →