αντίρευμα
•
- αντίθετο ρεύμα ή ροή, που έρχεται απ’ την αντίθετη πλευρά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντίρευμα < αντι- + ρεύμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντίρευμα | αντιρεύματα |
| Γενική | αντιρεύματος | αντιρευμάτων |
| Αιτιατική | αντίρευμα | αντιρεύματα |
| Κλητική | αντίρευμα | αντιρεύματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →