Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντίρευμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. αντίθετο ρεύμα ή ροή, που έρχεται απ’ την αντίθετη πλευρά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντίρευμα < αντι- + ρεύμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαντίρευμααντιρεύματα
Γενικήαντιρεύματοςαντιρευμάτων
Αιτιατικήαντίρευμααντιρεύματα
Κλητικήαντίρευμααντιρεύματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →