Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντίστοιχο

/anˈdi.sti.xo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. έναρθροκάτι που επιτελεί την αντίστοιχη λειτουργία με κάτι άλλο Βικιλεξικό
    • Ο καγκελάριος στο γερμανικό πολιτικό σύστημα είναι το αντίστοιχο του δικού μας πρωθυπουργού.

Ετυμολογία

αντίστοιχο: ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αντίστοιχος (εννοείται ουδέτρο ουσιαστικό, όπως «πράγμα»)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →