αντίστοιχο
•
- έναρθροκάτι που επιτελεί την αντίστοιχη λειτουργία με κάτι άλλο Βικιλεξικό
- Ο καγκελάριος στο γερμανικό πολιτικό σύστημα είναι το αντίστοιχο του δικού μας πρωθυπουργού.
Ετυμολογία
αντίστοιχο: ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αντίστοιχος (εννοείται ουδέτρο ουσιαστικό, όπως «πράγμα»)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →