Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντίχριστος

/anˈdi.xɾi.stos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. για το διάβολο Βικιλεξικό
  2. χριστιανισμόςαντίθεος Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασησκληρόκαρδος, άδικος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντίχριστος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀντίχριστος. Συγχρονικά αναλύεται σε αντί- + Χριστός. : Και ουσιαστικοποιημένο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαντίχριστοςαντίχριστοι
Γενικήαντίχριστου / αντιχρίστουαντίχριστων / αντιχρίστων
Αιτιατικήαντίχριστοαντίχριστους / αντιχρίστους
Κλητικήαντίχριστεαντίχριστοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αντίχριστος

/anˈdi.xɾi.stos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. χριστιανισμόςπου είναι αντίθετος και υβριστικός προς τη χριστιανική θρησκεία Βικιλεξικό
    • Η χριστιανή που είχε ταξιδέψει στους Αγίους τόπους «χατζήδαινα» και η αντίχριστη «θεομάχα». (Το λεξιλόγιο των Μικρασιατών για τις γυναίκες της Σμύρνης, constantinoupoli.com, 3/8/2017 https://web.archive.org/web/20250121045655/http://constantinoupoli.com/%CF%84%CE%BF-%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CF%84%CF%8E%CE%BD-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B9%CF%82-%CE%B3/)
  2. παρωχημένη σημασίαμη χριστιανός, αλλόθρησκος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντίχριστος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀντίχριστος. Συγχρονικά αναλύεται σε αντί- + Χριστός. : Και ουσιαστικοποιημένο

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντίχριστοςαντίχριστηαντίχριστο
Γενικήαντίχριστουαντίχριστηςαντίχριστου
Αιτιατικήαντίχριστοαντίχριστηαντίχριστο
Κλητικήαντίχριστεαντίχριστηαντίχριστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντίχριστοιαντίχριστεςαντίχριστα
Γενικήαντίχριστωναντίχριστωναντίχριστων
Αιτιατικήαντίχριστουςαντίχριστεςαντίχριστα
Κλητικήαντίχριστοιαντίχριστεςαντίχριστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →