αντίψυχος
•
- που δίνεται για τη σωτηρία της ψυχής Βικιλεξικό
- που χρησιμοποιείται ως αντίδοτο Βικιλεξικό
- που αναψύχει, που ευχαριστεί Βικιλεξικό
- φυτό, βοτάνι με μεγικές ιδιότητες Βικιλεξικό
- το σιδερόχορτο τρυγάν, τ' αντίψυχο μαζώνουν,
- τα μαγιοβότανα πιοτά, για κέρασμα, ρουφάμε
- Κωστής Παλαμάς, Η φλογέρα του Βασιλιά, 1920
Ετυμολογία
αντίψυχος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀντίψυχος < ἀντί + αρχαία ελληνική ψυχή -ψυχος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντίψυχος | αντίψυχη | αντίψυχο |
| Γενική | αντίψυχου | αντίψυχης | αντίψυχου |
| Αιτιατική | αντίψυχο | αντίψυχη | αντίψυχο |
| Κλητική | αντίψυχε | αντίψυχη | αντίψυχο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντίψυχοι | αντίψυχες | αντίψυχα |
| Γενική | αντίψυχων | αντίψυχων | αντίψυχων |
| Αιτιατική | αντίψυχους | αντίψυχες | αντίψυχα |
| Κλητική | αντίψυχοι | αντίψυχες | αντίψυχα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →