ανταίνω
•
- προσκρούω σε εμπόδιο, εμπλέκομαι Βικιλεξικό
- χιόνιζε εψές και σήμερα, χαλάζι μάς σταφνίζει. Ζάβαλοι εμείς που ντέσαμαν εδώ στο Ραντοβίζι.
- Βάτος δεν ανταίνει ς' το σπίτι του, (παροιμία της Λακωνίας που λέγεται για άδειο σπίτι, ότι δηλαδή ακόμη και βάτο να περιφέρεις στο σπίτι, δε θα βρει τίποτα να πιαστεί επάνω, να σκαλώσει, ούτε ρούχα, ούτε στρώματα να μπλεχτούν τα αγκάθια του @books.google)
- Σε ολίγες ημέρες ανταίνει ο Κριτζώτης κι' ο Τζόκρης εις τ' Άργος (Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη, Bιβλίον Δ΄, 1843-1851)
- συναντάω κάποιον Βικιλεξικό
- Μαρή μέ τα δασιά κουμπιά καί μέ τα μαΰρα μάτια,
- στήν πέρα ρούγα μή διαβείς, στή δώθε μήν περάσεις,
- ανταίνει ο γιός μ' άπό κρασί κι άπό ψηλή ταβέρνα,
- πιάνει σου κόβει τά κουμπιά, φιλεί τά μαύρα μάτια
- παθαίνω κάτι (π.χ. πόνο σε μέλος του σώματος) από επίδραση δαιμονικού χαρακτήρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανταίνω < αρχαία ελληνική ἀντάω (δείτε και συναντώ)
Άλλοι τύποι
άντεσαέντεσααντένωαντέσωντένωντεμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →