ανταγαπώ
•
- λόγιοανταποδίδω την αγάπη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανταγαπώ < (ελληνιστική κοινή) / ἀνταγαπῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανταγαπάω / ανταγαπώ | ανταγαπάς | ανταγαπά / ανταγαπάει | ανταγαπάμε / ανταγαπούμε | ανταγαπάτε | ανταγαπάν / ανταγαπάνε / ανταγαπούν / ανταγαπούνε |
| Παρατατικός | ανταγαπούσα | ανταγαπούσες | ανταγαπούσε | ανταγαπούσαμε | ανταγαπούσατε | ανταγαπούσαν / ανταγαπούσανε |
| Αόριστος | ανταγάπησα | ανταγάπησες | ανταγάπησε | ανταγαπήσαμε | ανταγαπήσατε | ανταγάπησαν / ανταγαπήσαν / ανταγαπήσανε |
| Μέλλοντας | θα ανταγαπάω / θα ανταγαπήσω / θα ανταγαπώ | θα ανταγαπάς / θα ανταγαπήσεις | θα ανταγαπά / θα ανταγαπάει / θα ανταγαπήσει | θα ανταγαπάμε / θα ανταγαπήσουμε / θα ανταγαπούμε | θα ανταγαπάτε / θα ανταγαπήσετε | θα ανταγαπάν / θα ανταγαπάνε / θα ανταγαπήσουν / θα ανταγαπήσουνε / θα ανταγαπούν / θα ανταγαπούνε |
| Παρακείμενος | έχω ανταγαπήσει | έχεις ανταγαπήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανταγαπήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανταγαπήσει / να ανταγαπάω / να ανταγαπήσω / να ανταγαπώ | να έχεις ανταγαπήσει / να ανταγαπάς / να ανταγαπήσεις | να ανταγαπά / να ανταγαπάει / να ανταγαπήσει | να ανταγαπάμε / να ανταγαπήσουμε / να ανταγαπούμε | να ανταγαπάτε / να ανταγαπήσετε | να ανταγαπάν / να ανταγαπάνε / να ανταγαπήσουν / να ανταγαπήσουνε / να ανταγαπούν / να ανταγαπούνε |
| Προστακτική | — | ανταγάπα / ανταγάπαγε / ανταγάπησε | — | — | ανταγαπάτε / ανταγαπήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →