ανταγωγή
•
- νομικός όροςαγωγή του εναγόμενου εναντίον του ενάγοντος, επίκληση δικαιώματος του εναγόμενου για δικαστική προστασία έναντι του αντίδικου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανταγωγή < αντ(ι)- + αγωγή (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική reconvention)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανταγωγή | ανταγωγές |
| Γενική | ανταγωγής | ανταγωγών |
| Αιτιατική | ανταγωγή | ανταγωγές |
| Κλητική | ανταγωγή | ανταγωγές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →