ανταγωνίζομαι
•
- αγωνίζομαι κάποιον ή κάποια ομάδα, προσπαθώντας να επικρατήσω, να νικήσω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανταγωνίζομαι < αρχαία ελληνική ἀνταγωνίζομαι < ἀντί ἀγωνίζομαι < ἀγών < ἄγω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανταγωνίζομαι | ανταγωνίζεσαι | ανταγωνίζεται | ανταγωνιζόμαστε | ανταγωνίζεστε | ανταγωνίζονται |
| Παρατατικός | ανταγωνιζόμουν / ανταγωνιζόμουνα | ανταγωνιζόσουν / ανταγωνιζόσουνα | ανταγωνιζόταν / ανταγωνιζότανε | ανταγωνιζόμασταν / ανταγωνιζόμαστε | ανταγωνιζόσασταν / ανταγωνιζόσαστε | ανταγωνίζονταν / ανταγωνιζόντουσαν |
| Αόριστος | ανταγωνίστηκα | ανταγωνίστηκες | ανταγωνίστηκε | ανταγωνιστήκαμε | ανταγωνιστήκατε | ανταγωνίστηκαν / ανταγωνιστήκαν / ανταγωνιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα ανταγωνίζομαι / θα ανταγωνιστώ | θα ανταγωνίζεσαι / θα ανταγωνιστείς | θα ανταγωνίζεται / θα ανταγωνιστεί | θα ανταγωνιζόμαστε / θα ανταγωνιστούμε | θα ανταγωνίζεστε / θα ανταγωνιστείτε | θα ανταγωνίζονται / θα ανταγωνιστούν / θα ανταγωνιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω ανταγωνιστεί | έχεις ανταγωνιστεί | έχει ανταγωνιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανταγωνιστεί | είχες ανταγωνιστεί | είχε ανταγωνιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανταγωνιστεί / να ανταγωνίζομαι / να ανταγωνιστώ | να έχεις ανταγωνιστεί / να ανταγωνίζεσαι / να ανταγωνιστείς | να έχει ανταγωνιστεί / να ανταγωνίζεται / να ανταγωνιστεί | να ανταγωνιζόμαστε / να ανταγωνιστούμε | να ανταγωνίζεστε / να ανταγωνιστείτε | να ανταγωνίζονται / να ανταγωνιστούν / να ανταγωνιστούνε |
| Προστακτική | — | ανταγωνίζου / ανταγωνίσου | — | — | ανταγωνίζεστε / ανταγωνιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →