ανταλής
•
- ο νησιώτης, ιδιαίτερα του ανατολικού Aιγαίου ή της Προποντίδας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανταλής < τουρκικό adalι < ada (νησί)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανταλής | ανταλήδες |
| Γενική | ανταλή | ανταλήδων |
| Αιτιατική | ανταλή | ανταλήδες |
| Κλητική | ανταλή | ανταλήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →