ανταλλακτήριο
•
- κυριολεκτικάκατάστημα στο οποίο ανταλλάσσονται αντικείμενα Βικιλεξικό
- ειδικότερατο ανταλλακτήριο συναλλάγματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανταλλακτήριο < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανταλλακτήριο | ανταλλακτήρια |
| Γενική | ανταλλακτήριου / ανταλλακτηρίου | ανταλλακτήριων / ανταλλακτηρίων |
| Αιτιατική | ανταλλακτήριο | ανταλλακτήρια |
| Κλητική | ανταλλακτήριο | ανταλλακτήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →