ανταμείβω
•
- αμείβω κάποιον σε ανταπόδοση κάποιας προσφοράς του ή υπηρεσίας του Βικιλεξικό
- ανταποδίδω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανταμείβω < μεσαιωνική ελληνική ἀνταμείβω < αρχαία ελληνική ἀνταμείβομαι < ἀμείβω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανταμείβω | ανταμείβεις | ανταμείβει | ανταμείβουμε | ανταμείβετε | ανταμείβουν / ανταμείβουνε |
| Παρατατικός | αντάμειβα | αντάμειβες | αντάμειβε | ανταμείβαμε | ανταμείβατε | αντάμειβαν / ανταμείβαν / ανταμείβανε |
| Αόριστος | αντάμειψα | αντάμειψες | αντάμειψε | ανταμείψαμε | ανταμείψατε | αντάμειψαν / ανταμείψαν / ανταμείψανε |
| Μέλλοντας | θα ανταμείβω / θα ανταμείψω | θα ανταμείβεις / θα ανταμείψεις | θα ανταμείβει / θα ανταμείψει | θα ανταμείβουμε / θα ανταμείψουμε | θα ανταμείβετε / θα ανταμείψετε | θα ανταμείβουν / θα ανταμείβουνε / θα ανταμείψουν / θα ανταμείψουνε |
| Παρακείμενος | έχω ανταμείψει | έχεις ανταμείψει | έχει ανταμείψει | έχουμε ανταμείψει | έχετε ανταμείψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανταμείψει | είχες ανταμείψει | είχε ανταμείψει | είχαμε ανταμείψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανταμείψει / να ανταμείβω / να ανταμείψω | να έχεις ανταμείψει / να ανταμείβεις / να ανταμείψεις | να έχει ανταμείψει / να ανταμείβει / να ανταμείψει | να έχουμε ανταμείψει / να ανταμείβουμε / να ανταμείψουμε | να έχετε ανταμείψει / να ανταμείβετε / να ανταμείψετε | να ανταμείβουν / να ανταμείβουνε / να ανταμείψουν / να ανταμείψουνε |
| Προστακτική | — | αντάμειβε / αντάμειψε | — | — | ανταμείβετε / ανταμείψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →