Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανταμείβω

ρήμα
•
  1. αμείβω κάποιον σε ανταπόδοση κάποιας προσφοράς του ή υπηρεσίας του Βικιλεξικό
  2. ανταποδίδω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανταμείβω < μεσαιωνική ελληνική ἀνταμείβω < αρχαία ελληνική ἀνταμείβομαι < ἀμείβω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςανταμείβωανταμείβειςανταμείβειανταμείβουμεανταμείβετεανταμείβουν / ανταμείβουνε
Παρατατικόςαντάμειβααντάμειβεςαντάμειβεανταμείβαμεανταμείβατεαντάμειβαν / ανταμείβαν / ανταμείβανε
Αόριστοςαντάμειψααντάμειψεςαντάμειψεανταμείψαμεανταμείψατεαντάμειψαν / ανταμείψαν / ανταμείψανε
Μέλλονταςθα ανταμείβω / θα ανταμείψωθα ανταμείβεις / θα ανταμείψειςθα ανταμείβει / θα ανταμείψειθα ανταμείβουμε / θα ανταμείψουμεθα ανταμείβετε / θα ανταμείψετεθα ανταμείβουν / θα ανταμείβουνε / θα ανταμείψουν / θα ανταμείψουνε
Παρακείμενοςέχω ανταμείψειέχεις ανταμείψειέχει ανταμείψειέχουμε ανταμείψειέχετε ανταμείψει—
Υπερσυντέλικοςείχα ανταμείψειείχες ανταμείψειείχε ανταμείψειείχαμε ανταμείψει——
Υποτακτικήνα έχω ανταμείψει / να ανταμείβω / να ανταμείψωνα έχεις ανταμείψει / να ανταμείβεις / να ανταμείψειςνα έχει ανταμείψει / να ανταμείβει / να ανταμείψεινα έχουμε ανταμείψει / να ανταμείβουμε / να ανταμείψουμενα έχετε ανταμείψει / να ανταμείβετε / να ανταμείψετενα ανταμείβουν / να ανταμείβουνε / να ανταμείψουν / να ανταμείψουνε
Προστακτική—αντάμειβε / αντάμειψε——ανταμείβετε / ανταμείψτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →