Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανταμώνω

ρήμα
•
  1. μεταβατικόσυναντώ κάποιον Βικιλεξικό
  2. αμετάβατοσυναντιέμαι Βικιλεξικό
    • Να μας έχει ο Θεός γερούς πάντα ν’ ανταμώνουμε και να ξεφαντώνουμε βρε με χορούς κυκλωτικούς κι άλλο τόσο ελεύθερους σαν ποταμούς
    • Ο Τούμας είχε καταφέρει με κάποιον τρόπο να γαντζωθεί από την κουπαστή. Τα μάτια του ήταν γεμάτα τρόμο όταν ανταμώσανε τα βλέμματά μας. Τον κοιτούσα σιωπηλή. «Βοήθησέ με, σε παρακαλώ» φώναξε εκείνος.

Ετυμολογία

ανταμώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀνταμώνω < ἀντάμα < ελληνιστική κοινή ἐν τῷ ἅμα (μαζί)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςανταμώνωανταμώνειςανταμώνειανταμώνουμεανταμώνετεανταμώνουν / ανταμώνουνε
Παρατατικόςαντάμωνααντάμωνεςαντάμωνεανταμώναμεανταμώνατεαντάμωναν / ανταμώναν / ανταμώνανε
Αόριστοςαντάμωσααντάμωσεςαντάμωσεανταμώσαμεανταμώσατεαντάμωσαν / ανταμώσαν / ανταμώσανε
Μέλλονταςθα ανταμώνω / θα ανταμώσωθα ανταμώνεις / θα ανταμώσειςθα ανταμώνει / θα ανταμώσειθα ανταμώνουμε / θα ανταμώσουμεθα ανταμώνετε / θα ανταμώσετεθα ανταμώνουν / θα ανταμώνουνε / θα ανταμώσουν / θα ανταμώσουνε
Παρακείμενοςέχω ανταμώσειέχεις ανταμώσειέχει ανταμώσειέχουμε ανταμώσειέχετε ανταμώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ανταμώσειείχες ανταμώσειείχε ανταμώσειείχαμε ανταμώσει——
Υποτακτικήνα έχω ανταμώσει / να ανταμώνω / να ανταμώσωνα έχεις ανταμώσει / να ανταμώνεις / να ανταμώσειςνα έχει ανταμώσει / να ανταμώνει / να ανταμώσεινα έχουμε ανταμώσει / να ανταμώνουμε / να ανταμώσουμενα έχετε ανταμώσει / να ανταμώνετε / να ανταμώσετενα ανταμώνουν / να ανταμώνουνε / να ανταμώσουν / να ανταμώσουνε
Προστακτική—αντάμωνε / αντάμωσε——ανταμώνετε / ανταμώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →