ανταμώνω
•
- μεταβατικόσυναντώ κάποιον Βικιλεξικό
- αμετάβατοσυναντιέμαι Βικιλεξικό
- Να μας έχει ο Θεός γερούς πάντα ν’ ανταμώνουμε και να ξεφαντώνουμε βρε με χορούς κυκλωτικούς κι άλλο τόσο ελεύθερους σαν ποταμούς
- Ο Τούμας είχε καταφέρει με κάποιον τρόπο να γαντζωθεί από την κουπαστή. Τα μάτια του ήταν γεμάτα τρόμο όταν ανταμώσανε τα βλέμματά μας. Τον κοιτούσα σιωπηλή. «Βοήθησέ με, σε παρακαλώ» φώναξε εκείνος.
Ετυμολογία
ανταμώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀνταμώνω < ἀντάμα < ελληνιστική κοινή ἐν τῷ ἅμα (μαζί)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανταμώνω | ανταμώνεις | ανταμώνει | ανταμώνουμε | ανταμώνετε | ανταμώνουν / ανταμώνουνε |
| Παρατατικός | αντάμωνα | αντάμωνες | αντάμωνε | ανταμώναμε | ανταμώνατε | αντάμωναν / ανταμώναν / ανταμώνανε |
| Αόριστος | αντάμωσα | αντάμωσες | αντάμωσε | ανταμώσαμε | ανταμώσατε | αντάμωσαν / ανταμώσαν / ανταμώσανε |
| Μέλλοντας | θα ανταμώνω / θα ανταμώσω | θα ανταμώνεις / θα ανταμώσεις | θα ανταμώνει / θα ανταμώσει | θα ανταμώνουμε / θα ανταμώσουμε | θα ανταμώνετε / θα ανταμώσετε | θα ανταμώνουν / θα ανταμώνουνε / θα ανταμώσουν / θα ανταμώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ανταμώσει | έχεις ανταμώσει | έχει ανταμώσει | έχουμε ανταμώσει | έχετε ανταμώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανταμώσει | είχες ανταμώσει | είχε ανταμώσει | είχαμε ανταμώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανταμώσει / να ανταμώνω / να ανταμώσω | να έχεις ανταμώσει / να ανταμώνεις / να ανταμώσεις | να έχει ανταμώσει / να ανταμώνει / να ανταμώσει | να έχουμε ανταμώσει / να ανταμώνουμε / να ανταμώσουμε | να έχετε ανταμώσει / να ανταμώνετε / να ανταμώσετε | να ανταμώνουν / να ανταμώνουνε / να ανταμώσουν / να ανταμώσουνε |
| Προστακτική | — | αντάμωνε / αντάμωσε | — | — | ανταμώνετε / ανταμώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →