αντανάκλαση
•
- η αλλαγή της πορείας των ακτίνων, των φωτεινών, ηχητικών κ.λπ κυμάτων που προσκρούουν σε μια επιφάνεια. Λέγεται και ανάκλαση Βικιλεξικό
- το φαινόμενο της αντανάκλασης του φωτός / του ήχου
- μεταφορικάη επίδραση, το αποτέλεσμα, η απήχηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντανάκλαση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀντανάκλα(σις) + -ση < ἀντανακλάω : επίδραση, απήχηση: < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική répercussion
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντανάκλαση | αντανακλάσεις |
| Γενική | αντανάκλασης | αντανακλάσεων |
| Αιτιατική | αντανάκλαση | αντανακλάσεις |
| Κλητική | αντανάκλαση | αντανακλάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →