Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντανάκλαση

/an.daˈna.kla.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η αλλαγή της πορείας των ακτίνων, των φωτεινών, ηχητικών κ.λπ κυμάτων που προσκρούουν σε μια επιφάνεια. Λέγεται και ανάκλαση Βικιλεξικό
    • το φαινόμενο της αντανάκλασης του φωτός / του ήχου
  2. μεταφορικάη επίδραση, το αποτέλεσμα, η απήχηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντανάκλαση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀντανάκλα(σις) + -ση < ἀντανακλάω : επίδραση, απήχηση: < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική répercussion

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαντανάκλασηαντανακλάσεις
Γενικήαντανάκλασηςαντανακλάσεων
Αιτιατικήαντανάκλασηαντανακλάσεις
Κλητικήαντανάκλασηαντανακλάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →