αντανακλαστικό
•
- η αυθόρμητη φυσική αντίδραση σε κάποιο ερέθισμα ή εκείνη που έχει αυτοματοποιηθεί από συνήθεια Βικιλεξικό
- Τα νεογνικά αντανακλαστικά ελέγχονται σε όλα τα νεογέννητα ώστε να διαπιστωθεί τυχόν νευρολογική βλάβη
- Ο ενήλικας έχει περίπου 40 αντανακλαστικά
- Τα εξαρτημένα αντανακλαστικά (η κλασική εξάρτηση) είναι αυτοματοποιημένες αντιδράσεις που σχηματίζονται σταδιακά από συνήθεια και δεν γεννιόμαστε με αυτά
- μεταφορικάη λογικά αναμενόμενη αυθόρμητη αντίδραση ενός ατόμου σε ένα συγκεκριμένο ερέθισμα Βικιλεξικό
- Όταν τα κοινωνικά αντανακλαστικά δέχονται συνεχώς ισχυρά αντικρουόμενα ερεθίσματα από τους πολιτικούς, τότε εξασθενούν
- Γιατί δεν αντέδρασες όταν σου μίλησε άσχημα; Εχασες μου φαίνεται πια τα αντανακλαστικά σου
Ετυμολογία
Άλλοι τύποι
ανακλαστικό
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →