Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντανακλαστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αντανάκλαση, αναφέρεται σ’ αυτή ή προέρχεται από αντανάκλαση Βικιλεξικό
  2. ψυχολογίαπου συμβαίνει ή ενεργείται ακούσια και ασυνείδητα Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένοαντανακλαστικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντανακλαστικός < αντανάκλαση + -τικός (1. μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική réflecteur. 2,3. σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική réflexe)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντανακλαστικόςαντανακλαστικήαντανακλαστικό
Γενικήαντανακλαστικούαντανακλαστικήςαντανακλαστικού
Αιτιατικήαντανακλαστικόαντανακλαστικήαντανακλαστικό
Κλητικήαντανακλαστικέαντανακλαστικήαντανακλαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντανακλαστικοίαντανακλαστικέςαντανακλαστικά
Γενικήαντανακλαστικώναντανακλαστικώναντανακλαστικών
Αιτιατικήαντανακλαστικούςαντανακλαστικέςαντανακλαστικά
Κλητικήαντανακλαστικοίαντανακλαστικέςαντανακλαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →