αντανακλαστικός
•
- που έχει σχέση με την αντανάκλαση, αναφέρεται σ’ αυτή ή προέρχεται από αντανάκλαση Βικιλεξικό
- ψυχολογίαπου συμβαίνει ή ενεργείται ακούσια και ασυνείδητα Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοαντανακλαστικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντανακλαστικός < αντανάκλαση + -τικός (1. μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική réflecteur. 2,3. σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική réflexe)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντανακλαστικός | αντανακλαστική | αντανακλαστικό |
| Γενική | αντανακλαστικού | αντανακλαστικής | αντανακλαστικού |
| Αιτιατική | αντανακλαστικό | αντανακλαστική | αντανακλαστικό |
| Κλητική | αντανακλαστικέ | αντανακλαστική | αντανακλαστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντανακλαστικοί | αντανακλαστικές | αντανακλαστικά |
| Γενική | αντανακλαστικών | αντανακλαστικών | αντανακλαστικών |
| Αιτιατική | αντανακλαστικούς | αντανακλαστικές | αντανακλαστικά |
| Κλητική | αντανακλαστικοί | αντανακλαστικές | αντανακλαστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →