Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντανακλώ

ρήμα
•
  1. ανακλώ (ακτίνες, κύματα φωτός, ήχου κ.λπ.), καθρεφτίζω Βικιλεξικό
    • Το γαλήνιο νερό αντανακλά σαν καθρέφτης το πρόσωπό σου
    • Το πρόσωπό σου αντανακλάται στο νερό
  2. εκτρέπομαι σαν διαδρομή, αλλάζω διεύθυνση, μεταφέρομαι αλλού Βικιλεξικό
    • Ο πόνος του τραπεζίτη μπορεί να αντανακλά σε άλλο δόντι
    • Ο πόνος μπορεί να αντανακλάται και να "χτυπάει" στην πλάτη αλλά να είναι κοιλιακός ή καρδιακός)
  3. απηχώ, ανακλώ, εκφράζω με έμμεσο τρόπο Βικιλεξικό
    • Οι απόψεις μου είναι προσωπικές, δεν εκφράζουν το κόμμα, αντανακλούν όμως την κοινωνική πραγματικότητα
    • Η κατάντια της ελληνικής κοινωνίας δεν αντανακλάται στα μέτρα που προτείνονται από την τρόικα και την ΕΕ
  4. μεταφορικάέχω συνέπειες και σε άλλους (π.χ. κάτι παράνομο που κάνω εγώ προσπίπτει στην κοινωνία και σαν δέσμη ακτίνων αντανακλάται πίσω σε εμένα αλλά και σε όλη μου την οικογένεια, τους φίλους μου κ.λπ.) Βικιλεξικό
    • Οι απόψεις που εκφράζεις τελευταία αντανακλώνται και στο κόμμα μας -ή παραιτήσου από βουλευτής μας ή πρόσεχε τις δημόσιες δηλώσεις σου

Ετυμολογία

αντανακλώ < αντί και ανακλώ

Άλλοι τύποι

αντανακλώμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →