Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανταπαντώ

/an.da.panˈdo/ρήμα
•
  1. απαντώ σε προηγούμενη απάντηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανταπαντώ < αντι- + απαντώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςανταπαντάω / ανταπαντώανταπαντάςανταπαντά / ανταπαντάειανταπαντάμε / ανταπαντούμεανταπαντάτεανταπαντάν / ανταπαντάνε / ανταπαντούν / ανταπαντούνε
Παρατατικόςανταπαντούσαανταπαντούσεςανταπαντούσεανταπαντούσαμεανταπαντούσατεανταπαντούσαν / ανταπαντούσανε
Αόριστοςανταπάντησαανταπάντησεςανταπάντησεανταπαντήσαμεανταπαντήσατεανταπάντησαν / ανταπαντήσαν / ανταπαντήσανε
Μέλλονταςθα ανταπαντάω / θα ανταπαντήσω / θα ανταπαντώθα ανταπαντάς / θα ανταπαντήσειςθα ανταπαντά / θα ανταπαντάει / θα ανταπαντήσειθα ανταπαντάμε / θα ανταπαντήσουμε / θα ανταπαντούμεθα ανταπαντάτε / θα ανταπαντήσετεθα ανταπαντάν / θα ανταπαντάνε / θα ανταπαντήσουν / θα ανταπαντήσουνε / θα ανταπαντούν / θα ανταπαντούνε
Παρακείμενοςέχω ανταπαντήσειέχεις ανταπαντήσει————
Υπερσυντέλικοςείχα ανταπαντήσει—————
Υποτακτικήνα έχω ανταπαντήσει / να ανταπαντάω / να ανταπαντήσω / να ανταπαντώνα έχεις ανταπαντήσει / να ανταπαντάς / να ανταπαντήσειςνα ανταπαντά / να ανταπαντάει / να ανταπαντήσεινα ανταπαντάμε / να ανταπαντήσουμε / να ανταπαντούμενα ανταπαντάτε / να ανταπαντήσετενα ανταπαντάν / να ανταπαντάνε / να ανταπαντήσουν / να ανταπαντήσουνε / να ανταπαντούν / να ανταπαντούνε
Προστακτική—ανταπάντα / ανταπάνταγε / ανταπάντησε——ανταπαντάτε / ανταπαντήστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →